Διαμεσολάβηση


Με το νόμο 3898/2010 θεσμοθετήθηκε και στο Ελληνικό δίκαιο ο πολύ επιτυχημένος στην εξωδικαστική επίλυση διαφορών στο εξωτερικό, θεσμός της Διαμεσολάβησης. Η Διαμεσολάβηση αποτελεί έναν εναλλακτικό – σε σχέση με την δικαστική διαδικασία – τρόπο επίλυσης διαφορών.

Ειδικότερα, πρόκειται για μια διαρθρωμένη διαδικασία με την οποία τα αντιμαχόμενα μέρη σε μια διαφορά με τη συνδρομή των δικηγόρων τους συναντώνται σε έναν ουδέτερο χώρο, όπου, μέσα σε μία (συνήθως) εργάσιμη ημέρα, αναζητούν κοινά αποδεκτή λύση στο πρόβλημα τους, μέσω συμφωνίας, με τη βοήθεια ενός ειδικά εκπαιδευμένου (σε τεχνικές διαπραγμάτευσης και ψυχολογίας) τρίτου, του Διαμεσολαβητή.

Κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης που διεξάγεται μέσα από εμπιστευτικές συνομιλίες και διαπραγματεύσεις με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή τα μέρη προσδιορίζουν τις επιμέρους πτυχές της διαφοράς τους, ερευνούν τις εναλλακτικές λύσεις για την επίλυσή της και επιχειρούν να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία που θα ικανοποιεί τα αληθινά συμφέροντά τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η επίλυση της διαφοράς ταχύτερα, οικονομικότερα σε σύγκριση με τις παραδοσιακές ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασίες και διαφυλάσσονται τόσο οι προσωπικές όσο και οι επιχειρηματικές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκομένων σ’ αυτήν μερών.

Είναι κατάλληλη για μικρές ή μεγάλες διαφορές ανεξαρτήτως είδους, (οικογενειακές, μισθωτικές, εμπορικές, κτηματικές, κατασκευαστικές, περιουσιακές, αποζημιώσεων, προμηθευτών – προμηθευόμενων, τραπεζικές, κλπ.), εφόσον δεν ισχύουν για αυτές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.